Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Απόκριες (Μέρος Β΄)


Οι Αποκριές καλύπτουν χρονικά τις τρεις τελευταίες εβδομάδες πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή. Είναι η περίοδος του Τριωδίου. Ξεκινά από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και φτάνει μέχρι την Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινής. Η περίοδος αυτή χρονικά συμπίπτει με τη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων της ελληνικής αρχαιότητας που ήταν αφιερωμένη στο μυθικό θεό Διόνυσο, θεό του κρασιού και του γλεντιού. Κύρια χαρακτηριστικά αυτής της αρχαίας γιορτής ήταν οι μεταμφιέσεις και η διασκέδαση.
Η Εκκλησία μας προσπάθησε να σβήσει τα κατάλοιπα αυτών των ειδωλολατρικών εκδηλώσεων με την Οικουμενική Σύνοδο του 692. Όμως η Αποκριά επιβίωσε στο πέρασμα των αιώνων και κράτησε τον εύθυμο και γιορταστικό χαρακτήρα της. Πρόκειται στην ουσία για το πανηγύρι της Άνοιξης καθώς λαμβάνουν χώρα λαϊκά δρώμενα και διονυσιακοί χοροί, ξέφρενες γιορτές αλλά και παμπάλαιες παραδόσεις που καλωσορίζουν την Άνοιξη και εξασφαλίζουν την «καλοχρονιά».

Πηγές:




Τοπικά έθιμα της Αποκριάς

Και μπορεί η Αποκριά στην Ελλάδα (αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου) να σημαίνει κουδούνια, μουντζουρώματα, μεταμφιέσεις, στον τόπο μας όμως, στον Αμυγδαλεώνα Καβάλας, οι πρόσφυγες που ήρθαν από τη Νικόπολη του Πόντου έφεραν μαζί τους τον εκεί τρόπο εορτασμού της Αποκριάς.
Ο εορτασμός της Αποκριάς στη Γαράσαρη (Νικόπολη) του Πόντου λεγόταν εμπονέστα ( προέρχεται από την λέξη απονήστια). Την Κυριακή της Τυροφάγου όλοι οι συγγενείς κάθονταν το βράδυ στο καλοστρωμένο τραπέζι κι έτρωγαν ό,τι καλό είχαν κυρίως όμως κρέατα και γαλακτοκομικά. Οι νέοι έπαιρναν αμαγείρευτες τροφές από τα σπίτια τους και πήγαιναν παρέες σε αλώνια ή σε μέρη ακατοίκητα και εκεί μαγείρευαν και έτρωγαν. Το βράδυ συγκεντρώνονταν όλες οι παρέες στο σημείο όπου ήταν η μεγαλύτερη παρέα και άρχιζαν χορό και γλέντι, που κρατούσε ως τα μεσάνυχτα. Μετά το γλέντι αυτό, από την επόμενη ημέρα άρχιζε η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής. Και επειδή ακριβώς θα έμπαιναν στη νηστεία «εμπονέστια», καλοτρώγανε μέχρι σκασμού και ξεφάντωναν σε μεγάλο βαθμό.
Τα φαγητά που περίσσευαν από την προηγούμενη ημέρα της Αποκριάς τα έδιναν σε φτωχές Τουρκάλες που τριγυρνούσαν στις ελληνικές γειτονιές για τον σκοπό αυτό. Χαρακτηριστική είναι η ερώτηση που απηύθυναν οι Τουρκάλες μόλις αντίκριζαν μια Ελληνίδα νοικοκυρά: «Κόγκσου, αρτούχ – μαρτούχ γιόκμου;» Δηλαδή: « Γειτόνισσα, περισσεύματα – ξεπερισσεύματα δεν έχει;» Και οι Ελληνίδες σχολίαζαν μεταξύ τους: «Οσήμερον οι τουρξάδες α έχ’ νε μπαϊράμ». Δηλαδή: «Σήμερα οι Τουρκάλες θα έχουν Πάσχα».  Δικαίωμα να φάνε από τα περισσεύματα είχαν μόνο όσοι ξενυχτούσαν διασκεδάζοντας χωρίς να κοιμηθούν καθόλου.  Αν κάποιος κοιμόταν έχανε αυτό το δικαίωμα. Πριν κοιμηθούν το βράδυ της Αποκριάς σφράγιζαν το στόμα τους για την περίοδο της νηστείας τρώγοντας ένα αυγό και λέγοντας: «Με τ’ ωβόν εβούλωσά το, με τ’ ωβόν θ’ ανοίγ’ ατο». Δηλαδή με το τέλος της νηστείας, μετά την ανάσταση το πρώτο μη νηστίσιμο που θα φάει θα είναι το κόκκινο αυγό». Οι Πόντιοι γενικότερα ήταν πολύ αυστηροί με την νηστεία. Ακόμη και η μύτη αν άνοιγε ενός παιδιού, του έλεγαν να φτύσει το αίμα και να μην το καταπιεί για να μην καταλύσει τη νηστεία.
Σ’ αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και η κατασκευή του «κουκαρά» που δυστυχώς σε ελάχιστα πλέον σπίτια του Αμυγδαλεώνα  συνεχίζει αυτές τις ημέρες να κατασκευάζεται. Πρόκειται για μια ιδιόχειρη κατασκευή που έκαναν οι γυναίκες κρυφά από τα παιδιά τους. Ο κουκαράς αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι πάνω στο οποίο κάρφωναν σε ημικύκλιο εφτά φτερά από κότα ή κόκορα (όσες οι εβδομάδες της νηστείας). Χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τα παιδιά τον κρεμούσαν από το ταβάνι. Το κρέμασμα γινόταν την Καθαρά Δευτέρα πολύ νωρίς. Έτσι όταν ξυπνούσαν τα παιδιά αντίκριζαν τον κουκαρά να κρέμεται από το ταβάνι και να κουνιέται. Αν δεν συμμορφώνονταν με το κράτημα της νηστείας τα φοβέριζαν ότι θα τα φάει ο κουκαράς. Με τρόπο φυσούσαν τον κουκαρά που καθώς κουνιόταν και περιστρέφονταν προκαλούσε τον φόβο. Κάθε εβδομάδα που περνούσε αφαιρούσαν και ένα φτερό μέχρι να τελειώσουν όλα με το τελείωμα της νηστείας.
Η Καθαρά Δευτέρα στον Πόντο αλλά και στο τρόπο που την γιόρταζαν οι πρώτοι κάτοικοι του Αμυγδαλεώνα, δεν ήταν ημέρα γλεντιού και πετάγματος αετού. Ήταν ημέρα γενικού καθαρισμού όλων των σκευών και αντικειμένων που είχαν σχέση με το φαγητό.  Για τον τελειότερο καθαρισμό χρησιμοποιούσαν την κατενή. Η κατενή είναι η γνωστή στους παλαιότερους αλισίβα. Σε ένα καζάνι έβραζαν νερό με στάχτη και μ’ αυτό καθάριζαν τα μεταλλικά και ξύλινα σκεύη και αντικείμενα. Τα «κρεατοκούρα» - τα ξύλινα κούτσουρα που επάνω έκοβαν τα κρέατα και έφτιαχναν και κιμά - όχι μόνο τα έπλεναν αλλά και τα έξυναν με αιχμηρά εργαλεία για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος λίπους που ενδεχομένως είχε εισχωρήσει στο ξύλο. Παρομοίως έξυναν και τα «κοβλάκια» (ξύλινα δοχεία για βούτυρο) και τα «καρσάνια» (ξύλινες λεκάνες). Τα χάλκινα σκεύη αφού τα έπλεναν, τα έτριβαν με στάχτη για να γυαλίσουν. Επί πλέον καθάριζαν και τα διάφορα στρωσίδια του σπιτιού.
Δυστυχώς με το πέρασμα των χρόνων και την επίδραση ξενόφερτων συνηθειών  ο Αμυγδαλεώνας σήμερα  δε διαφέρει στον τρόπο εορτασμού της Αποκριάς από άλλα μέρη της Ελλάδας. Μασκαράδες, μπαλταφάν, αλφαβητοπαρέλαση, σερπαντίνες και κομφετί έγιναν συνώνυμα της Αποκριάς υπό τον ήχο εισαγόμενων  μουσικών ρυθμών. Και ο «κουκαράς» και η «εμπονέστια» απέμειναν θολές και νοσταλγικές αναμνήσεις στις θύμησες των παλαιοτέρων, εικόνες μιας άλλης εποχής ίσως τελικά περισσότερο αυθεντικής…

Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά την κ. Χρυσούλα Κοσμίδου για όσες από τις αναμνήσεις της απλόχερα μοιράστηκε μαζί μου.


Πηγές:



Κ.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου